Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Ψηφιακή βιβλιοθήκη «Πηνελόπη Δέλτα»


Η βιβλιοθήκη δημιουργήθηκε προς τιμήν της Πηνελόπης Δέλτα και θα φιλοξενήσει σταδιακά όλα τα έργα της σπουδαίας Ελληνίδας συγγραφέως, μέσα από προσεγμένες ψηφιακές εκδόσεις βιβλίων, που θα μπορείτε να διαβάζετε, να κατεβάζετε και να εκτυπώνετε εντελώς ελεύθερα και νόμιμα.
Επίσης θα προστεθούν κείμενα, εργασίες και βίντεο με αναλύσεις καθώς και βιογραφικά στοιχεία.
H Πηνελόπη Δέλτα (1874-1941) έγραψε κυρίως λογοτεχνία για παιδιά. Τα κείμενά της είναι γραμμένα σε απλή νεοελληνική γλώσσα, είναι κατανοητά και διδακτικά.
Η ψηφιακή βιβλιοθήκη βρίσκεται ακόμα υπό δοκιμαστική λειτουργία.
Για αρχή φιλοξενεί τρία πολύ αγαπημένα βιβλία της συγγραφέως: «ΤΡΕΛΑΝΤΩΝΗΣ», «ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ» και «ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ».
Τα ψηφιακά βιβλία διατίθενται ελεύθερα προς κάθε χρήση.

Το αντίτιμο για όσους το επιθυμούν είναι, στις δύσκολες εποχές που περνάμε, να βοηθούν τους γύρω τους με όποιον τρόπο μπορούν.

Θα χαρούμε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο email: vivliothikidelta@gmail.com

για τα άλλα ψηφιακά βιβλία, κλικ εδώ
 
πηγή: http://hamomilaki.blogspot.gr/2017/01/Psifiaki-Vivliothiki-Pinelopi-Delta.html

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Η ιστορία του Καραγκιόζη




“Η ιστορία και η τέχνη του Καραγκιόζη όπως τα μαθε από τους Καραγκιοζοπαίχτες και πρώτα από τον Παντελή Μελίδη ο Τζούλιο Καίμης” είναι ο τίτλος ενός υπέροχου βιβλίου που εκδόθηκε το 1937 (η ορθογραφία διατηρήθηκε αυτούσια)

Οι θρύλοι του Καραγκιόζη είναι πολλοί καί διά­φοροι στην Ελλάδα και όσο για τούς καραγκιοζοπαίχτες αυτοί δίνουν μεγάλη σημασία στό να λένε ότι ο Καραγκιόζης έζησε πραγματικά, γιατί αλλοιώτικα όλο τό θέατρό τους θα κρημνισθή σαν χάρτινος πύργος.
Στα χρόνια των Δουκάτων στήν πόλι Σεβρί Χισάρ της Προύσης τής Μικρασίας ο Δούκας ήθελε νά κτίση ένα απέραντο παλάτι. Ο εργοδηγός ο καί ευνοούμενος του Δούκα, ο οποίος όνομάζετο Χατζηαβάτης, άρχισε τό έργο καί προσέλαβε όλους τούς απαιτουμένους έργατες. Κατά την τρίτη έβδομάδα πήρε κι έναν κτίστη ασχημον μέ μορφήν πι­θήκου καί μέ μεγάλη ευστροφία καί πνεύμστος καί ο όποιος μέ τήν μεγάλη του εύγλωττία δέν αφηνε τούς έργάτας νά δουλεύουν, μέχρι τού σημείου ώστε όταν ένύκτωνε νά ανάβουν τά φώτα γιά νά τόν βλέ­πουν καί νά τόν ρωτάνε. Αύτός ό κτίστης όνομά­ζετο Κάρα-Γικιός.
Αυτή ή κατάστασις έβάσταξε μία εβδομάδα. Ο Δούκας κάθε Παρασκευή επιθεωρούσε τό κτίριο. Καί άφού τό επιθεώρησε είδε πώς δέν προχωρούσε ή δουλειά. Κάλεσε λοιπόν τότε τόν ευ­νοούμενον του εργολάβον καί τόν έρώτησε γιατί δέν προχωρούσε η δουλειά. Τότε ο εργοδηγός του είπε ότι ύπήρχε ένας κτίστης όνομαζόμενος Κάρα-Γκιός, πού μέ τά τόσα του ωραία αστεία απασχολούσε τούς έργάτας καί δέν τούς άφινε νά έργασθούν. Έθύμωσε τότε πολύ ό Δούκας καί διέταξε αμέσως νά τόν σκοτώσουν καί τόν σκότωσαν. Μετά τόν θάνατον του Καραγκιόζη έτελείωσε τό κτίριον καί άφού έτελείωσε τό κτίριον, ένας άλ­λος βασιλεύς κήρυξε τόν πόλεμο κατά του Δούκα. Ο Δούκας έχασε τόν πόλεμο καί ύποχρεώθηκε νά πλήρωσή ένα μεγάλο ποσόν καί είχε γίνει σκεπτι­κός καί μελαγχολικός.
Τότε ό εύνοούμενος του Χατζηαβάτη του λέγει: «Άν άφινες νά ζήση ό Καρα­γκιόζης μέ τά αστεία του είμαι βέβαιος πώς θά σέ έκανε νά γελάσης. Ό δέ Δούκας τού λέγει: «’Εσύ πού τόν παρακολούθησες τόσον καιρό δέν μπορείς νά μου τόν άναπαραστήσης; » Τότε ό Χατζηαβάτης έφτιαξε άπό χαρτόνι τό ομοίωμα τού Καραγκιόζη, τό δικό του καί των άλλων εργατών. Καί αφού πήρε λευκό πανί καί έβαλε φώτα άπό μέσα καί κάρφωσε τά χαρτόνια σέ ξυλάκια, έβλεπε κανείς τις σκιές κυττάζοντας άπό την άλλη μεριά του πανιού.Πραγματικά τα έλεγε τόσο έξυπνα ό Χατζηαβάτης πού ο Δού­κας γέλασε καί μετάνοιωσε γιά τόν θάνατο τού Κα­ραγκιόζη καί προς τιμήν του έκαμε ένα μεγάλο μνήμα καί μέσα έβαλε τά οστά του Καραγκιόζη τα όποια υπάρχουν καί σήμερα στό Σεβρί-Χισάρ. Ο δέ Χατζηαβάτης αμα είδε τήν επιτυχία του άρχισε νά κάνη τουρνέ σ’ όλη τήν επαρχία καί τότε διεδόθη η τέχνη του αύτή καί πολλοί Τούρκοι τήν έμαθαν μαζί μέ αυτούς δέ καί ό Ναζίμ Βέης πού διακρίθηκε σάν καλλίτερος τους καί άπέθανε δοξασμένος στα 1320.
karagkiozisΤελειώνει εδώ ο πρώτος θρύλος του Καραγκιόζη.
Κατά τό δέκατο όγδοο αιώνα στην Κίνα, βρέθηκε ένας Έλλην άπό τήν ‘Ύδρα πού τόν έλεγαν Γεώρ­γιον Μαυρομάτην. Άφού στην Κίνα απόκτησε καί έχασε τά λεπτά του καί έγινε τεμπέλης μιά μέρα πήρε τό Μπερτόλδο κι έλεγε : «Νά μπορούσα κι εγώ νά κάμω αύτά πού κάνει ο Μπερτόλδος». ήταν δέ πάρα πολύ έξυπνος. Σκέφτηκε τό λοιπόν νά κάμη σέ χαρτόνια μερικά ανθρωπόμορφα τέρατα πού νά ομοιάζουν μέ Μπερτόλδο καί αμέσως έκοψε τον πρωναγωνιστήν, τόν ονόμασε μέ τόν επώνυμό του στήν Τουρκία Καραγκιόζη καί τόν σύντροφό του τόν ονόμασε Χατζηαβάτη κι έστησε ένα λευκό πανί· έβαλε φώτα άπό μέσα καί έκάρφωσε τά χαρτόνια μέ ξυλάκια έτσι ο κόσμος κυττάζοντας άπ’ έξω άπό τό πανί νά βλέπη τις σκιές’
Άφού λοιπόν έτελείωσε όλη αύτή τήν έργασία άρχισε τήν παράστασι καί έλεγε διάφορα χονδροκομμένα αστεία, κάλεσε τούς δέκα φίλους του καί οί φίλοι του του είπαν πώς είναι πολύ ώμορφα. Έπειτα λοιπόν άπό τήν καλή έντύπωσι πού άφήκε στούς φίλους του τό θέαμα αύτό άπεφάσισε νά τό έκμεταλλευθή καί άρχισε τάς παραστάσεις είς διάφορα καφφενεία καί κέρδισε πολλά λεπτά.
Άφού λοιπόν έπλούτισε στήν Κίνα έφυγε για τήν Πόλι, όταν δέ έφτασε εκεί συνάντησε μίαν ήμέραν τόν Μπαρμπαγιάννην τόν Βραχάλη τόν όποιον άφού τόν πήρε βοηθόν του άρχισε τήν παράστασίν του. Στήν Πόλιν έμαθαν τήν τέχνην πολλοί Εβραίοι καί Τούρκοι, όπως ο Σαμουήλ Άαρών, κι’ άρ­χισαν νά τήν έκμεταλλεύωνται.
Επειδή όμως τό Κοράνιον απαγορεύει τήν ήθοποιία αι παραστάσεις αυτές του Καραγκιόζη σταμάτησαν, μά ένας Τούρ­κος πού είχε τά μέσα στο Σουλτάνο καί όνομάζετο Νιαζίμ Μπέης, κατόρθωσε νά πάρη άδεια καί νά παίξη μόνον τό Άραμαζάν. Ο Βραχάλης άφού έλευθερώθη η Ελλάς σκέφτηκε κατά τό έτος 1850 νά έλθη στήν Ελλάδα, καί πράγματι άνεχώρησε καί έγκατεστάθηκε στον Πειραιά, δπου άρχισε νά παίζη διάφορες παραστάσεις μέ χονδροειδές περιεχόμενον. Στο περιβολάκι απέναντι στό ώρολόγι ήτο τό πρώτο θέατρο στήν Ελλάδα. Οι βοηθοί του, ο Κόντος καί ο Λεβαντίνος, πεθαίνοντας ο Μπαρμπαγιάννης, τό 1880 άρχισαν νά κάνουν μερικές ασήμαντες μεταρυθμίσεις. Από τάς παραστάσεις αύτάς λένε ότι ο Λεβαντίνος έκέρδισε πολλά. Πήρε ένα μορφωμένο παιδί τόν Δημήτριο Μίμαρ ο όποιος ήτο πολύ πεπειραμένος καί σκέφθηκε νά τό κάμη τό θέατρο ηθικό καί ελληνικό, καί έγινε θέατρον γιά οικογένεια. ’
Εδώ τελειώνει ό δεύτερος θρύλος του Καραγκιόζη.
Στήν έποχή του Άλή Πασά μεταξύ τών αύλικών ήτανε καί ένας Εβραίος όνόματι Ιακώβ, ο όποιος κάτι έκαμε σέ μιά γυναίκα καί ό Άλή Πα­σάς τόν έστειλε σέ εξορία, στήν Πόλι. Στήν Πόλι αύτός έφοβείτο νά πή πώς είναι του Άλή Πασά καί γιά νά ζήση έσκέφτηκε νά άναπαρασταίνη τά διά­φορα άνήθικα επεισόδια τής αυλής του Άλή Πασά.
Διά τόν σκοπόν αύτόν έπήρε χαρτόνι καί έκοψε άπό αύτό τις μορφές του Άλή Πασά καθώς καί τών γυ­ναικών του, έστησε ένα πανί, έτοποθέτησε είς τό εσωτερικόν φώτα, έκάρφωσε τά χαρτονένια ομοιώματα απάνω σέ ξυλάκια, τά έτοποθέτησε μεταξύ τoυ πανιού καί τών φώτων καί έτσι έκείνοι πού κυττάζαν άπ’ έξω έβλεπαν τις σκιές.
Εδώ τελειώνει καί ο τρίτος θρύλος.
Καί γενικά καί οι τρεις πού άναφέραμε είναι οι θρύλοι πού κυκλοφορούν στους καραγκιοζοπαίκτας όπως μου τις διηγήθηκαν οι ίδιοι.
karagiozis
Απόσπασμα από το βιβλίο “Η ιστορία και η τέχνη του Καραγκιόζη όπως τα μαθε από τους Καραγκιοζοπαίχτες και πρώτα από τον Παντελή Μελίδη ο Τζούλιο Καίμης”

πηγή: http://antikleidi.com

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

H «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία - Ένα δέντρο, μια φορά» σε animation και παραμύθι [ΒΙΝΤΕΟ]

H «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία - Ένα δέντρο, μια φορά» του μεγάλου Έλληνα παραμυθά Ευγένιου Τριβιζά είναι μια πραγματικά υπέροχη ιστορία.


Αξίζει και να τη διαβάσετε και να τη δείτε μαζί με το παιδί σας.
Ένα χριστουγεννιάτικο βράδυ, στο ζοφερό πεζοδρόµιο µιας πόλης, συναντιούνται ένα παραµεληµένο δέντρο και ένα φτωχό αγόρι. Το δέντρο βλέπει από τα παράθυρα των σπιτιών τα καταστόλιστα δέντρα και ζηλεύει. Ζητά από το αγόρι να το στολίσει.
Εκείνο, όµως, ούτε στολίδια έχει, ούτε χρήµατα. Πώς είναι δυνατόν να στολίσει ένα µίζερο δέντρο στη µέση ενός παγωµένου πεζοδροµίου; Κι όµως… εκείνη η νύχτα είναι µια νύχτα ονείρων, µια νύχτα µαγική…

Δείτε το animation:



πηγή:http://tvxs.gr/news/paideia/i-xristoygenniatiki-istoria-toy-eygenioy-tribiza-se-animation-kai-paramythi-binteo

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

Η Ώρα του Παιδιού επιστρέφει στα βιβλιοπωλεία



Οι ιστορίες, τα παραμύθια, τα διηγήματα, που ακούστηκαν στην ιστορική ραδιοφωνική εκπομπή της θείας Λένας - Αντιγόνης Μεταξά επανεκδίδονται ξανά. Στη δεκαετία του ’50 και στις αρχές του 1960, 1.000.000 παιδιά ακούγαν τις εκπομπές της.

Στα μέσα της δεκαετίας του '50, η Αντιγόνη Μεταξά συγκέντρωσε μερικές από τις ιστορίες που είχε διηγηθεί από το ραδιόφωνο και δημιούργησε αυτό το βιβλίο για τους μικρούς της ακροατές.
Οι εκδόσεις Παπαδόπουλος επανεκδίδουν το βιβλίο με τίτλο «Η Ώρα του Παιδιού» -βιβλίο που αγάπησαν οι σημερινοί παππούδες που ήταν κάποτε παιδιά.
Την επιμέλεια και τον πρόλογο της έκδοσης έκανε η Μαρία Ηλιού, εγγονή της Αντιγόνης Μεταξά.

Η συγγραφέας
Η Αντιγόνη Μεταξά, η πιο σημαντική παιδαγωγός στην Ελλάδα, ξεκίνησε τις εκπομπές της στο ραδιόφωνο το 1939.
Ο κρατικός σταθμός που αργότερα έγινε το ΕΙΡ, το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας της πρότεινε μια πρωινή παιδική καθημερινή εκπομπή από το ραδιόφωνο.

Έστι έγινε η πασίγνωστη Θεία Λένα που τα παιδιά στην Ελλάδα για 25 ολόκληρα χρόνια περίμεναν μπροστά από το ραδιόφωνο, να ακούσουν κάθε πρωί τη φωνή της να τους διηγείται παραμύθια στην «Ώρα του Παιδιού».
Δημοσίευσε 53 βιβλία και κυκλοφόρησε μια σειρά από δίσκους βινυλίου με τα παραμύθια της, «Τα παραμύθια της Θείας Λένας».

Χρησιμοποίησε όλα τα μέσα της εποχής για να διηγηθεί ιστορίες στα παιδιά και συνεργάστηκε με τους πιο σημαντικούς ηθοποιούς, ζωγράφους και μουσικούς της εποχής της.

Ανάμεσά τους οι ηθοποιοί Μάνος Κατράκης και Αιμίλιος Βεάκης, οι ζωγράφοι και εικονογράφοι Σπύρος Βασιλείου, Περικλής Βυζάντιος, Γεώργιος Γουναρόπουλος, Κώστας Καρυωτάκης και ο Μίκης Θεοδωράκης, που έγραφε μουσική για τις εκπομπές της.
Η Ακαδημία Αθηνών τη βράβευσε για το σύνολο του έργου της το 1965.
Έφυγε από τη ζωή το 1973.
Εικονογράφηση: Κώστας Καρυωτάκης, Παύλος Βαλασάκης, Ζωή Σκιαδαρέση, Περικλής Βυζάντιος, Ελένη Περάκη

πηγή:http://tvxs.gr/news/paideia/i-ora-toy-paidioy-epistrefei-sta-bibliopoleia

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

"ΑΣΠΡΟΓΑΛΑΝΟ ΠΑΝΙ"

 
 
Μιλούσανε δυο νεράιδες:

- Τι σημαία να δώσουμε σ' αυτή τη χώρα; είπαν κι έδειξαν την Ελλάδα.

- Ας ρωτήσουμε την ίδια, είπε η μια.

- Ας ρωτήσουμε, συμφώνησε και η άλλη.

Βρήκαν την Ελλάδα να λούζεται σε μια καταγάλανη θάλασσα και να στεγνώνει κάτω από έναν ολόλαμπρο ήλιο.

- Κυρά, κυρά αρχόντισσα, κυρά μας παινεμένη, Ελλάδα δοξασμένη, τι χρώμα θέλεις να ‘χει η σημαία σου;


- Να ρωτήσω τα παιδιά μου, είπε η Ελλάδα.

Τα μισά παιδιά της ζούσαν στη στεριά, παιδεύονταν με τη γη και τα βουνά.

- Κυρά, κυρά αρχόντισσα, κυρά μας παινεμένη, Ελλάδα δοξασμένη, σκληρός ο τόπος. Και η δουλειά σκληρή. Μα άσπρα περιστέρια οι ψυχές μας. Γι΄ αυτό άσπρη, ολόασπρη τη θέμε τη σημαία μας.  

Τα 'γραψε τα λόγια αυτά σε χρυσόδετο τεφτέρι η Ελλάδα.


- Ας πάω τώρα να ρωτήσω και τ' άλλα μου παιδιά, τα παιδιά της θάλασσας, είπε η Ελλάδα.
Τα βρήκε να παλεύουν με τα δίχτυα. Να τα τραβούν με κόπο, γιατί ήταν γιομάτα απ' ασημένια λαχταριστά ψάρια.
- Κυρά, κυρά αρχόντισσα κυρά μας παινεμένη, Ελλάδα δοξασμένη, εμάς οι ψυχές μας είναι δοξασμένες στο γαλανό νερό. Τούτη η θάλασσα η μεγάλη, που μας δίνει χαρά και ζωή, θέλουμε να χωρέσει τη σημαία μας. 

Τα 'γραψε και τούτα τα λόγια η Ελλάδα σε χρυσόδετο τεφτέρι και το ‘δωσε, το τεφτέρι, στις νεράιδες.   


- Έτσι να γίνει, είπαν εκείνες.     
Και τότε μέσα από την αφρισμένη θάλασσα βγήκε τ' ασπρογάλανο πανί κι απλώθηκε σε ουρανό και γη. Κείνη την ώρα ο ήλιος άστραψε, έσκυψε, φίλησε το πανί και το φίλημά του έγινε ένας ολόχρυσος σταυρός.

- Η σημαία μας, είπε η Ελλάδα. Η σημαία για τα παιδιά της στεριάς, για τα παιδιά της θάλασσας.

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΣΟΥΡΕΛΗ


πηγή:http://akrasakis.blogspot.gr

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Όσκαρ για τον Ευγένιο Τριβιζά!

To ηλεκτρονικό βιβλίο Little Emily του Ευγένιου Τριβιζά κέρδισε το βραβείο καλύτερου διαδραστικού βιβλίου της χρονιάς στα Kidscreen Awards

 
Το Little Emily (Το κοτσάνι του πετροκέρασου) του Ευγένιου Τριβιζά κέρδισε το βραβείο καλύτερου διαδραστικού βιβλίου της χρονιάς για παιδιά προσχολικής ηλικίας στα Kidscreen Awards. Πρόκειται για μια κορυφαία διάκριση. Τα βραβεία αυτά αποτελούν τον σημαντικότερο φορέα βράβευσης παιδικού τηλεοπτικού και διαδικτυακoύ περιεχομένου στην Αμερική. To κοτσάνι του πετροκέρασου άφησε πίσω του εκδοτικούς γίγαντες όπως την Ever After Tales  και την Disney με το Story Central, αλλά και την Play Date Digital (της πολυεθνικής Hasbro) με το My Little Pony.

Για τη νίκη του ο Ευγένιος Τριβιζάς δήλωσε στα ΝΕΑ: «Έχω πει συχνά ότι πηγή έμπνευσής μου είναι ακόμα και τα πιο ασήμαντα αντικείμενα, αντικείμενα που περνάνε πολλές φορές απαρατήρητα, όπως ένα καλαμάκι πορτοκαλάδας, ένα ξυλάκι παγωτού, ένα χρυσόχαρτο από σοκολατάκι, ένα καμένο σπίρτο ή ένα κοτσάνι πετροκέρασου. Από ένα κοτσάνι πετροκέρασου ξεκίνησε η ιστορία που βραβεύτηκε στo Μαϊάμι, σε συνδυασμό με μια ανάμνηση του καλού μου φίλου ζωγράφου Αλέξη Κυριτσόπουλου. Η ιστορία δείχνει ότι ένα κοτσάνι πετροκέρασου είναι αρκετό για να δημιουργήσει πάλι κανείς έναν εξαφανισμένο πλανήτη».

 


πηγή:http://www.doctv.gr

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

Η αγχολυτική και θεραπευτική επίδραση της ανάγνωσης λογοτεχνικών βιβλίων!

Η μέχρι πρόσφατα καθαρά εμπειρική εικασία ότι η ανάγνωση βιβλίων βελτιώνει σημαντικά τις εγγενείς εγκεφαλικές μας ικανότητες, θεωρείται σήμερα επαρκώς επιβεβαιωμένη. 
Υπάρχει όμως και μια άλλη, εξαιρετικά επωφελής, λειτουργία της αναγνωστικής πρακτικής, την οποία τείνουμε να την παραλείπουμε ή να την υποβαθμίζουμε: ό,τι διαβάζουμε, επηρεάζει βαθύτατα τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα και τους άλλους.
Αρκετές νευροψυχολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι οι εγκεφαλικές περιοχές που ενεργοποιούνται κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης ενός διηγήματος δεν είναι οι ίδιες με τις εγκεφαλικές περιοχές που σχετίζονται με την κατανόηση των λέξεων και των σημασιολογικών δομών του κειμένου που διαβάζουμε.
Υπό αυτή την έννοια ο χρόνος που «σπαταλάμε» στην ανάγνωση ενός λογοτεχνικού διηγήματος μας αποδίδει στο τέλος, εκτός από τις όποιες αισθητικές απολαύσεις, και μια βαθύτερη γνώση του εαυτού μας και των συνανθρώπων μας. Επιπλέον, η διαπιστωμένη χαλαρωτική δράση του λογοτεχνικού, κυρίως, λόγου πάνω στον αναγνώστη, σχετίζεται στενά με το γεγονός ότι η ίδια η πράξη της ανάγνωσης απαιτεί τη συγκέντρωση της προσοχής του αναγνώστη στο κείμενο και άρα την απόσπασή του από την πραγματικότητα και την οικειοθελή παράδοσή του στη «μαγεία» της διήγησης.
Όλο και μεγαλύτερος αριθμός ψυχοθεραπευτών υιοθετούν ως θεραπευτική στρατηγική τη διήγηση ή την ανάγνωση κλασικών διηγημάτων και παραμυθιών, με σκοπό να βοηθήσουν τους ασθενείς να ξεπεράσουν τις ψυχικές και σωματικές διαταραχές τους.
Για να καταλάβει κανείς πώς η ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων δρα πάνω στο νου των ενηλίκων θα πρέπει να αναλογιστεί τη στάση των παιδιών απέναντι στα παραμύθια. Τα παιδιά λατρεύουν να ακούνε ξανά και ξανά την ίδια ιστορία, χωρίς παραλλαγές. Αυτό συμβαίνει επειδή επαναλαμβάνοντας νοητικά τα συμβάντα και τα γεγονότα της ιστορίας που τους δημιουργούν μεγάλο άγχος ή αμηχανία, βρίσκουν το χρόνο για να ελέγξουν και ενδεχομένως να συνειδητοποιήσουν ό,τι τα φοβίζει.

Η αγχολυτική και θεραπευτική επίδραση της λογοτεχνίας βασίζεται ίσως σε έναν ανάλογο ψυχολογικό μηχανισμό, το ακριβές νευροεγκεφαλικό υπόστρωμα του οποίου απομένει ακόμη να αποκαλύψουμε.

Ελευθεροτυπία 2/7/11
πηγή:antikleidi

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

Δώσε στη ζωή το νόημα που της αξίζει!


Οδυσσέας Ελύτης




Ἀναρωτιέμαι μερικὲς φορές: εἶμαι ἐγὼ ποὺ σκέφτομαι καθημερινὰ πὼς ἡ ζωή μου εἶναι μία; Ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι τὸ ξεχνοῦν; Ἢ πιστεύουν πὼς θὰ ἔχουν κι ἄλλες, πολλὲς ζωές, γιὰ νὰ κερδίσουν τὸν χρόνο ποὺ σπαταλοῦν;

Μοῦτρα. Ν᾿ ἀντικρίζεις τὴ ζωὴ μὲ μοῦτρα. Τὴ μέρα, τὴν κάθε σου μέρα. Νὰ περιμένεις τὴν Παρασκευὴ ποὺ θὰ φέρει τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ γιὰ νὰ ζήσεις. Κι ὕστερα νὰ μὴ φτάνει οὔτε κι αὐτό, νὰ χρειάζεται νὰ περιμένεις τὶς διακοπές. Καὶ μετὰ οὔτε κι αὐτὲς νὰ εἶναι ἀρκετές. Νὰ περιμένεις μεγάλες στιγμές. Νὰ μὴν τὶς ἐπιδιώκεις, νὰ τὶς περιμένεις.

Κι ὕστερα νὰ λὲς πὼς εἶσαι ἄτυχος καὶ πὼς ἡ ζωὴ ἦταν ἄδικη μαζί σου.

Καὶ νὰ μὴ βλέπεις πὼς ἀκριβῶς δίπλα σου συμβαίνουν ἀληθινὲς δυστυχίες ποὺ ἡ ζωὴ κλήρωσε σὲ ἄλλους ἀνθρώπους. Σ᾿ ἐκείνους ποὺ δὲν τὸ βάζουν κάτω καὶ ἀγωνίζονται. Καὶ νὰ μὴν μαθαίνεις ἀπὸ τὸ μάθημά τους. Καὶ νὰ μὴ νιώθεις καμία φορὰ εὐλογημένος ποὺ μπορεῖς νὰ χαίρεσαι τρία πράγματα στὴ ζωή σου, τὴν καλὴ ὑγεία, δύο φίλους, μιὰ ἀγάπη, μιὰ δουλειά, μιὰ δραστηριότητα ποὺ σὲ κάνει νὰ αἰσθάνεσαι ὅτι δημιουργεῖς, ὅτι ἔχει λόγο ἡ ὕπαρξή σου.

Νὰ κλαίγεσαι ποὺ δὲν ἔχεις πολλά. Ποὺ κι ἂν τὰ εἶχες, θὰ ἤθελες περισσότερα. Νὰ πιστεύεις ὅτι τὰ ξέρεις ὅλα καὶ νὰ μὴν ἀκοῦς. Νὰ μαζεύεις λύπες καὶ ἀπελπισίες, νὰ ξυπνᾶς κάθε μέρα ἀκόμη πιὸ βαρύς. Λὲς καὶ ὁ χρόνος σου εἶναι ἀπεριόριστος.

Κάθε μέρα προσπαθῶ νὰ μπῶ στὴ θέση σου. Κάθε μέρα ἀποτυγχάνω. Γιατὶ ἀγαπάω ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὴ ζωή. Καὶ ποὺ ἡ λύπη τους εἶναι ἡ δύναμή τους. Ποὺ κοιτάζουν μὲ μάτια ἄδολα καὶ ἀθῷα, ἀκόμα κι ἂν πέρασε ὁ χρόνος ἀδυσώπητος ἀπὸ πάνω τους. Ποὺ γνωρίζουν ὅτι δὲν τὰ ξέρουν ὅλα, γιατὶ δὲν μαθαίνονται ὅλα.

Ποὺ στύβουν τὸ λίγο καὶ βγάζουν τὸ πολύ. Γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους καὶ γιὰ ὅσους ἀγαποῦν. Καὶ δὲν κουράζονται νὰ ἀναζητοῦν τὴν ὀμορφιὰ στὴν κάθε μέρα, στὰ χαμόγελα τῶν ἀνθρώπων, στὰ χάδια τῶν ζώων, σὲ μιὰ ἀσπρόμαυρη φωτογραφία, σὲ μιὰ πολύχρωμη μπουγάδα.

Ὅσο κι ἂν κανεὶς προσέχει
ὅσο κι ἂν τὸ κυνηγᾶ
πάντα, πάντα θά ῾ναι ἀργά,
δεύτερη ζωὴ δὲν ἔχει...

πηγή:http://metafteratispsihis.blogspot.gr

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

" Ένα δέντρο, μια φορά" του Ευγένιου Τριβιζά.

Είναι εμπνευσμένη από την ομώνυμη χριστουγεννιάτικη  ιστορία του Ευγένιου Τριβιζά και προσαρμόστηκε για την οθόνη από τον ίδιο και τον Παναγιώτη Ραππά. 
Τη μουσική υπογράφει ο Δημήτρης Παπαδημητρίου.

Το δέντροΣ' ένα άχαρο πεζοδρόμιο μιας πολύβουης πολιτείας ήταν κάποτε ένα άσχημο παραμελημένο δέντρο. Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα φύλλα του είχαν μαραζώσει, είχαν πέσει από καιρό κι είχε απομείνει γυμνό, σκονισμένο και καχεκτικό.

Ποτέ δεν είχε γνωρίσει του δάσους τη δροσιά. Δεν είχαν κελαηδήσει ποτέ στα φύλλα του πουλιά, με δυσκολία να το άγγιζε πού και πού κάποια πονετική ηλιαχτίδα που γλιστρούσε στα κρυφά ανάμεσα στις μουντές και άχαρες πολυκατοικίες που το περιστοίχιζαν.
Οι περαστικοί διάβαιναν δίπλα του με αδιαφορία, βλοσυροί και βιαστικοί, χωρίς να του δίνουν καθόλου σημασία, μερικοί μάλιστα πετούσαν αποτσίγαρα, φλούδια από κάστανα και λερωμένα χαρτομάντηλα κι άλλοι φτύνανε στο χωμάτινο τετραγωνάκι γύρω από τη ρίζα του.Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, κατάλαβε από κάτι μηχανικούς με σκούρες καμπαρντίνες και κρεμαστά μουστάκια, που έσκυβαν και μουρμούριζαν κι όλο μετρούσαν σκυθρωποί, ότι θα πλάταιναν το δρόμο πλάι του. Κι αν συνέβαινε αυτό, τι τύχη το περίμενε; Θα το πελέκιζαν, θα το ξερίζωναν; Θα το πετούσαν μήπως στα σκουπίδια;

Εκείνο το χριστουγεννιάτικο δειλινό το δέντρο αισθανόταν πιο παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ. Στα ολόφωτα παράθυρα γύρω του διέκρινε ανάμεσα από τις κουρτίνες χριστουγεννιάτικα έλατα, που χαρωπά παιδιά τα στόλιζαν με κόκκινα κεριά, καμπανούλες, αγγελούδια, ασημένια πέταλα και γιορτινές γιρλάντες και ζήλευε. Ζήλευε πολύ. Πόσο θα ήθελε να είναι έτσι κι αυτό. Χριστουγεννιάτικο έλατο στη θαλπωρή ενός σπιτιού. Να το φροντίζουν, να το στολίζουν, να το καμαρώνουν...

Το παιδί Ήταν κι ένα παιδί. Τις μέρες έκανε δουλειές του ποδαριού. Τα βράδια κοιμόταν στο πάτωμα ενός κρύου πλυσταριού στην αυλή ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου με ετοιμόρροπα μπαλκόνια. Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα μάγουλά του είχαν χλωμιάσει, τα χέρια του είχαν ροζιάσει, τα μάτια του είχαν γεμίσει θλίψη.

Ποτέ δεν είχε γνωρίσει τη ζεστασιά μιας αγκαλιάς, τη θαλπωρή ενός αληθινού σπιτιού.

Εκείνο το κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ το αγόρι αισθανόταν πιο παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ, γιατί είχε μάθει ότι μετά τις γιορτές θα κατεδάφιζαν το μιζεροκτίριο με το πλυσταριό και δεν θα 'χε πού να μείνει.

Τυλιγμένο στο τριμμένο του παλτό, κοιτούσε απ' τα φωτισμένα παράθυρα τα λαμπερά σαλόνια με τα γκι και τα μπαλόνια, τις φρουτιέρες με τα ρόδια και τα χρυσωμένα κουκουνάρια, έβλεπε γελαστά αγόρια και κορίτσια να κρεμούν στα χριστουγεννιάτικα δέντρα πλουμίδια αστραφτερά και ζήλευε. Ζήλευε πολύ, πόσο θα 'θελε να στόλιζε κι αυτό ένα έλατο σε κάποιου τζακιού το αντιφέγγισμα, με τα δώρα υποσχέσεις μαγικές ολόγυρά του...

Πώς το 'φερε η τύχη έτσι κι εκείνο το χριστουγεννιάτικο βράδυ και συναντήθηκαν κάποια στιγμή το δέντρο εκείνο κι εκείνο το παιδί...

H συνάντησηΕκείνο το δειλινό το παιδί γυρνούσε άσκοπα στους δρόμους της πολύβουης πολιτείας. Κάθε τόσο σταματούσε σε κάποια βιτρίνα. Κόλλαγε τη μύτη του στο τζάμι και κοιτούσε με μάτια εκστατικά όλα εκείνα τα λαχταριστά, σε μια βιτρίνα λόφοι από μελομακάρονα, κουραμπιέδες και πολύχρωμα τρενάκια φορτωμένα με σοκολατάκια, σε μια άλλη ζαχαρένιοι Αγιο-Βασίληδες με μύτες από κερασάκια και μια παραμυθένια πριγκίπισσα από πορσελάνη να κοιτάζει από το αψιδωτό παράθυρο ενός φιλντισένιου κάστρου και λίγο παρακάτω, σε μια άλλη βιτρίνα, μια ονειρεμένη τρόικα με έναν πρόσχαρο αμαξά, μολυβένια στρατιωτάκια με κόκκινες στολές καβάλα σε άλογα πιτσιλωτά να καλπάζουν στοιχισμένα στη σειρά και στο βάθος ένα οπάλινο παλάτι σε μια χιονισμένη στέπα.

Έτσι όπως περπατούσε με τα μάτια στραμμένα στις καταστόλιστες βιτρίνες, έπεσε άθελά του πάνω σ' έναν περαστικό με καμηλό παλτό και γκρενά κασκόλ που γύριζε στο σπίτι του φορτωμένος με σακούλες και πακέτα που φύγανε από τα χέρια του, σκόρπισαν στο δρόμο εδώ και κεί. Το παιδί έχασε την ισορροπία του, γλίστρησε, το κεφάλι του χτύπησε με φόρα στο πεζοδρόμιο, ένιωσε μια σκοτοδίνη. Ο περαστικός του 'βαλε οργισμένος τις φωνές, το κατσάδιασε για τα καλά.

Το αλητάκι σηκώθηκε, το 'βαλε στα πόδια, κατηφόρισε παραπατώντας ένα σοκάκι με μια υπαίθρια αγορά, έστριψε ένα δυο στενά και βρέθηκε στο δρόμο με το παραμελημένο δέντρο. Σταμάτησε λαχανιασμένο να πάρει ανάσα, από τα φωτισμένα παράθυρα, τα χνωτισμένα, αχνοφαίνονταν τα γιορτινά σαλόνια με τα έλατα τα στολισμένα.

— Όμορφα δεν είναι; Ακούει τότε μια φωνή.
Ήταν το δέντρο του δρόμου.
— Πολύ. Αποκρίθηκε το παιδί, χωρίς να παραξενευτεί καθόλου που ένα δέντρο μιλούσε, του άρεσε να του μιλάει κάποιος χωρίς να το σπρώχνει, χωρίς να το κατσαδιάζει, χωρίς να το αποπαίρνει.
— Στόλισέ με! —ψιθύρισε το δέντρο— Στόλισέ με και εμένα έτσι!
— Μακάρι να μπορούσα! Πικρογέλασε το παιδί.
— Προσπάθησε, σε παρακαλώ. Ίσως αυτά, ξέρεις, να 'ναι τα στερνά μου Χριστούγεννα, να μην δω άλλα.
— Γιατί το λες αυτό;
— Άκουσα ότι θα πλατύνουν το δρόμο, πελέκι ή ξεριζωμός με περιμένει, ένα από τα δύο... Δεν είμαι σίγουρο ακόμα.

Το παιδί σκέφτηκε ότι θα κατεδάφιζαν το ετοιμόρροπο κτίριο με το ξεχαρβαλωμένο πλυσταριό, το καταφύγιό του. Σε λίγο δεν θα 'χε ούτε 'κείνο πού να μείνει. Σε κάποιο χαρτόκουτο ίσως;

— Στόλισε με! Παρακάλεσε άλλη μια φορά το δέντρο. Το παιδί κοίταξε ολόγυρά του.
— Με τι; Απόρησε.
— Ό,τι να 'ναι... κάτι θα βρεις εσύ!! Δεν μπορεί.
— Καλά... Αφού το θέλεις τόσο πολύ, κάτι θα βρω να σε στολίσω...

Συμφώνησε το παιδί κι άρχισε να ψάχνει.

Τα στολίδιαΕκείνη τη στιγμή, λες και κάτι ψυχανεμίστηκε ο ουρανός, έπιασε να χιονίζει, το χιόνι έπεφτε πυκνό... Χάδι απαλό σκέπαζε ανάλαφρα με πάλλευκες νιφάδες στα ολόγυμνα κλωνιά του παραμελημένου δέντρου.

Πήρε τότε το μάτι του παιδιού κάτι να αστράφτει λίγο παραπέρα. Μια παρέα πλουσιόπαιδα, που είχαν περάσει από το δρόμο λίγο νωρίτερα, είχαν πετάξει χρωματιστά χρυσόχαρτα από τις καραμέλες που έτρωγαν με λαιμαργία τη μια μετά την άλλη. Το αγόρι μάζεψε ένα ένα τα πεταμένα χρυσόχαρτα, τα μάλαξε με τα δάχτυλά του και έπλασε αστραφτερές πράσινες μπλε και βυσσινόχρωμες μπαλίτσες, μετά ξήλωσε τα κουμπιά του φθαρμένου παλτού και με τις κλωστές κρέμασε τις φανταχτερές μπαλίτσες στα χιονοσκέπαστα κλωνιά του δέντρου.

— Ευχαριστώ! Είπε το δέντρο, ανατριχιάζοντας απ' τη χαρά του.
— Με τι άλλο άραγε να το στολίσω; Μονολόγησε το παιδί.

Λες κι είχε ακούσει τα λόγια του, μια νοικοκυρά τρεις δρόμους παρακάτω άδειασε με φόρα απ' το παράθυρο μιας κουζίνας μια λεκάνη με σαπουνάδα σε μια πλακόστρωτη αυλή. Ο άνεμος πήρε ένα πανάλαφρο σύννεφο από σαπουνόφουσκες και τις ταξίδεψε παιχνιδίζοντας μαζί τους, το αγόρι τις είδε να πλησιάζουν στραφταλίζοντας στο φεγγαρόφωτο, τις κοίταξε με τέτοια λαχτάρα που εκείνες, λες και κατάλαβαν την επιθυμία του, άφησαν τον άνεμο να τις φέρει ένα - δυο γύρους και να τις κρεμάσει στα κλωνιά του δέντρου.

— Όσο πάω κι ομορφαίνω! Καμάρωσε το δέντρο.
— Σίγουρα ομορφαίνεις! Συμφώνησε το αγόρι σφίγγοντας γύρω του το παλτό γιατί έκανε πολύ, πάρα πολύ κρύο...
— Κοίτα! Έρχονται!

Ένα φωτεινό σύννεφο πλησίαζε τρεμοπαίζοντας στο σκοτάδι.

— Ελάτε! Τις κάλεσε με το βλέμμα το παιδί.

Και οι πυγολαμπίδες, λάμψεις αλλόκοσμες, τρεμοσβήνοντας ονειρικά, κάθισαν νεραϊδένιες γιρλάντες στα κλωνιά του δέντρου.

Το κρύο γινόταν όσο πήγαινε πιο τσουχτερό. Το χιόνι έπεφτε ολοένα πιο πυκνό. Το αγόρι σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και τότε το είδε! Είδε το πεφταστέρι κι εκείνο, λες και συνάντησε το βλέμμα του, διέγραψε στο σκοτάδι μια φαντασμαγορική χρυσαφένια τροχιά και ακούμπησε απαλά στην κορφή του δέντρου.

Και ήταν τώρα πράγματι όμορφο το δέντρο λουσμένο στο φεγγαρόφωτο με τα χρυσαφένια μπαλάκια να στραφταλίζουν, τις σαπουνόφουσκες να σιγοτρέμουν, τις πυγολαμπίδες να αναβοσβήνουν κέντημα δαντελένιο στα χιονισμένα του κλωνιά και το πεφταστέρι ν' ανασαίνει χρυσαφένιο φως στην κορφή του.

— M' έκανες τόσο, μα τόσο όμορφο - είπε το δέντρο στο παιδί - Σ' ευχαριστώ πολύ. Σ' ευχαριστώ αληθινά... Πόσο θα 'θελα να μπορούσα να σου χάριζα κι εγώ ένα δώρο...
— Μπορείς! Αποκρίθηκε το παιδί χουχουλίζοντας τα χέρια - Άσε με, σε παρακαλώ, να καθίσω στη ρίζα σου για λίγο. Νιώθω τόσο, μα τόσο κουρασμένο, πονάω... και δεν έχω πού να πάω...
— Αμέ! Έλα, κάθισε. Κάθισε στη ρίζα μου όσο θέλεις. Είπε το δέντρο.
— Και να δεις... Θα κάνω εγώ μια ευχή για σένα.

Το παιδί σήκωσε το γιακά, τυλίχτηκε στο παλιό του πανωφόρι, κάθισε στο χιονοσκέπαστο πεζοδρόμιο, αγκάλιασε το κορμί του δέντρου και σφίχτηκε όσο μπορούσε πιο κοντά του.

Το ταξίδι
Το χιόνι έπεφτε γύρω του. Πάνω του πυκνό. Όλο του το σώμα έτρεμε, τα χέρια του είχαν μουδιάσει, τα δόντια του χτυπούσαν. Έκλεισε τα μάτια για να τα προστατέψει από τις ριπές του χιονιού, όταν ξαφνικά —τι παράξενο— άκουσε εκείνον τον ήχο... Τον ήχο τον χαρμόσυνο! Κουδουνάκια τρόικας! Ένα μαστίγιο ακούστηκε να κροταλίζει, άλογα να καλπάζουν ρυθμικά.

Άνοιξε τα μάτια. Απίστευτο! Στα μελανιασμένα χείλη του άνθισε ένα χαμόγελο. Από βάθος του δρόμου, θαμπά στην αρχή, αλλά όλο και πιο ξεκάθαρα, την είδε. Είδε την παραμυθένια τρόικα με τα ασημένια κουδουνάκια να πλησιάζει φορτωμένη δώρα διαλεχτά. Την οδηγούσε ένας ροδομάγουλος αμαξάς με γούνινο σκούφο, κόκκινη μύτη και πυκνή κυματιστή γενειάδα. Πίσω από την τρόικα κάλπαζαν στρατιώτες με πορφυρές στολές, καβάλα σε περήφανα άλογα στολισμένα με χρυσαφένιες φούντες...

Παραξενεύτηκε το παιδί. Πώς βρέθηκε εδώ αυτή η τρόικα φορτωμένη τόσα δώρα; Και οι καβαλάρηδες; Κάπου τους ήξερε. Κάπου τους είχε ξαναδεί!

H τρόικα σταμάτησε μπροστά του, τα άλογα χρεμέτισαν, ο αμαξάς χαμογέλασε, από το παράθυρο της άμαξας πρόβαλε το πρόσωπο της πριγκιποπούλας.

— Τι όμορφο δέντρο! —Χαμογέλασε— Ποιος να το στόλισε άραγε;
— Εγώ! Αποκρίθηκε το παιδί.
— Αλήθεια;
— Ναι.
— Έλα μαζί μου τότε. Έλα να στολίσεις έτσι όμορφα και το έλατο του βασιλιά, να ζήσεις στο παλάτι μας παντοτινά.
— Δεν πάω πουθενά χωρίς το δέντρο μου! Απάντησε το αγόρι.

H πριγκιποπούλα έδωσε τότε εντολή και οι στρατιώτες του βασιλιά έσκαψαν βαθιά, πήρανε το δέντρο μαζί με τις ρίζες του και το φύτεψαν σε μια πορσελάνινη γλάστρα, μετά το φόρτωσαν στην τρόικα.

Γελώντας πρόσχαρα, ο αμαξάς άπλωσε το χέρι του, βοήθησε το παιδί να ανέβει στην άμαξα να κάτσει πλάι του, τα άλογα στράφηκαν, τον κοίταξαν με τα μεγάλα τους μάτια και ρουθούνισαν ανυπόμονα.

Όλα τα κτίρια, όλα τα φανάρια, όλες οι βιτρίνες, τα πάντα, είχαν τώρα εξαφανιστεί. Μπροστά τους ανοιγόταν μια απέραντη στέπα κι εκεί στο βάθος μέσα από τα διάφανα πέπλα του χιονιού αχνοφαίνονταν μαγευτικοί οι μεγαλόπρεποι τρούλοι κι οι αψιδωτές πύλες του οπάλινου παλατιού!

Ο ροδομάγουλος αμαξάς τράβηξε τα γκέμια. Κροτάλισε το μαστίγιο, τα άλογα χύθηκαν χλιμιντρίζοντας μπροστά, καλπάζοντας όλο και πιο γοργά... λες κι είχανε φτερά... Σε λίγο η τρόικα κι η ακολουθία της είχαν χαθεί στο βάθος της χιονισμένης στέπας.

Το χιόνι που συνέχισε ολοένα πιο πυκνό το σιωπηλό χορό του έσβησε σχεδόν αμέσως τα ίχνη από τις ρόδες και τα πέταλα των αλόγων..

Λένε οι παλιοί...Λένε οι παλιοί ότι το πεζοδρόμιο εκείνο ήταν κάποτε κάπως πιο φαρδύ, ότι φύτρωνε κάποτε κάποιο δέντρο εκεί.

Διηγούνται επίσης οι παλιοί ότι ένα χριστουγεννιάτικο πρωί βρήκαν στη ρίζα του δέντρου ξεπαγιασμένο ένα παιδί σκεπασμένο από το χιόνι, τυλιγμένο σ' ένα τριμμένο παλτό χωρίς κουμπιά, με ένα γαλήνιο χαμόγελο, ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του.

Λένε ακόμα ότι από τότε κάθε παραμονή Χριστουγέννων, γύρω στα μεσάνυχτα, κάτι παράξενο συμβαίνει, κάτι που κανείς δεν μπορεί να το εξηγήσει. Ένα σμάρι πυγολαμπίδες τριγυρνούν επίμονα τρεμοσβήνοντας σε εκείνο το σημείο, λες και κάτι αναζητούν, λες και γυρεύουνε να θυμηθούνε κάτι, ότι ένας άνεμος αναπάντεχος φέρνει, ποιος ξέρει από πού, ανάλαφρες σαπουνόφουσκες και χρυσόχαρτα αστραφτερά, ενώ την ίδια στιγμή ένα υπέροχο πεφταστέρι διαγράφει στον ουρανό μια φαντασμαγορική τροχιά και πέφτει στο σημείο ακριβώς εκείνο.

Έτσι λένε...
Ποιος ξέρει;

πηγή: Ευγένιος Τριβιζάς, εφ. Τα Νέα, 24 Δεκεμβρίου 2003

digitalschool

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

Οι γέφυρες του κόσμου, από την Αρσινόη Βήτα.

Άνθρωποι με αξίες, οι πολύτιμες γέφυρές μας.
 
 Κι αυτή η ομίχλη πάνω από τη ζωή μας κι οι ήλιοι οι χαρές μας που κρύφτηκαν από ντροπή σε μια μέρα -μέρες- τρόμου.
 
Κι αυτά τα ανταριασμένα ποτάμια των ανθρώπων που από τα πάθη και τα κρίματά τους, τους κάθε λογής -ισμούς τους από τα θηκάρια βγάλαν τα ξίφη για να αιματοκυλήσουν κάθε αξία.
 
Μίσος και μόνο στο μίσος υπάκουοι υπηρέτες. Στην υποκρισία και στην απληστία αυτάδελφοι. Και γέφυρες πουθενά, σαν να χαθήκαν απ' το λεξιλόγιο.
 
Οι μύθοι τις θέλουν να στέκονται υπερβατικά, να στεριώνουν σε πείσμα των αντίξοων καιρών και να ενώνουν. Κτίζονται πέτρα την πέτρα από εκείνους που έκαναν τον πόνο τους σοφία και στη ματωμένη καρδιά τους από θάνατο δε λύγισαν.
 
Έτειναν το χέρι για συμφιλίωση και ξέρουν πως μόνο έτσι επουλώνονται πληγές. Γιατί η ψυχή τους είναι πιο βαθιά από τις πληγές τους.
 
Άνθρωποι άγνωστοι, καθημερινοί που όταν κλήθηκαν από την κακή συγκυρία σήκωσαν τα μάτια στον ουρανό και το ανάστημά τους μέτρο ηρώων πήρε. Οι ήρωές μου, που με κάνουν να χαμογελώ με πίστη στην ανθρώπινη ύπαρξη στο τέλος της μέρας.
 
Κι αυτοί που ήσυχα, ανεπιτήδευτα κι απλά χωρίς καν να το ξέρουν φωτίζουν κάθε γωνιά του χώρου που βρίσκονται. Προσφέρουν με ανιδιοτέλεια στα παιδιά, στους συνανθρώπους όπου γης. Δεν έχουν ακούσει ποτέ χειροκρότημα κι όμως σε κάθε βήμα τους η συνείδησή τους χειροκροτεί κι ανείπωτη χαρά εσωτερική τους στεφανώνει.
 
Δεν είναι πολλοί. Είναι το αλάτι της γης. Οι πολύτιμες γέφυρές μας. Οι ήρωες και τα πρότυπά μου.
 
Οι ΑΝΘΡΩΠΟΙ των αξιών, οι υπερβατικοί μου αγαπημένοι άνθρωποι. Οι ουσιαστικά Δυνατοί του κόσμου αυτού.
 
Υποκλίνομαι!
 
 Γράφει η Αρσινόη Βήτα
http://www.thessalonikiartsandculture.gr
 
 
 

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

Ο σημαντικός Μεξικανός συγγραφέας γράφει για την ευτυχία της παιδικής ηλικίας!

«ΤΕΛΙΚΑ, ΠΟΙΑ ΗΛΙΚΙΑ ΜΑΣ ΑΝΗΚΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ, στην οποία, πραγματικά, εξαρτιόμαστε από άλλους; Τα πάντα είναι πιο αργά στην παιδική ηλικία. Οι διακοπές μάς φαίνονται απολαυστικά αιώνιες. Το ίδιο και τα ωράρια του σχολείου.

ΠΑΡΟΛΟ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΟΣΚΟΛΛΗΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ και ιδιαίτερα στην οικογένεια, έχουμε σε αυτή την περίοδο της ζωής μας περισσότερη ελευθερία από οποιαδήποτε άλλη απέναντι σε αυτά που μας δένουν.

ΑΥΤΟ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ, ΠΙΣΤΕΥΩ, ΣΤΟ ΟΤΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ στην παιδική ηλικία ταυτίζεται με τη φαντασία, κι αφού στην τελευταία όλα είναι δυνατά, η ελευθερία να είμαστε πάνω από την οικογένεια και το σχολείο πετάει ψηλότερα και μας επιτρέπει να ζούμε σε μεγαλύτερη απόσταση, παρά στις ηλικίες στις οποίες πρέπει να συμμορφωθούμε για να επιβιώσουμε, να προσαρμοστούμε στους ρυθμούς της επαγγελματικής ζωής και να υποστούμε κανόνες κληρονομημένους και αποδεκτούς από ένα είδος γενικού κομφορμισμού.

ΗΜΑΣΤΑΝ, ΟΤΑΝ ΗΜΑΣΤΑΝ ΠΑΙΔΙΑ, μοναδικοί μάγοι. Θα γίνουμε, ως ενήλικοι, αγέλη».

Ο Κάρλος Φουέντες Μασίας (11 Νοεμβρίου 1928-15 Μαΐου 2012) ήταν γνωστός Μεξικανός μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος. Ανάμεσα στα πιο γνωστά του έργα είναι τα: Αύρα, Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρουζ, Terra nostra. Το 1987 του απονεμήθηκε το Βραβείο Θερβάντες.
ΠΗΓΗ:http://www.doctv.gr